Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Availability
01
διαθεσιμότητα
the state of being able to be used, obtained, or accessed
Παραδείγματα
The doctor ’s availability for appointments is listed on the clinic's website.
Η διαθεσιμότητα του γιατρού για ραντεβού αναφέρεται στην ιστοσελίδα της κλινικής.
Λεξικό Δέντρο
unavailability
availability
available
avail



























