availability
a
ə
ē
vai
ˌveɪ
vei
la
bi
ˈbɪ
bi
li
ty
ti
ti
adaptabilityirritabilitymalleabilitypalatability

Ορισμός και σημασία του "availability"στα αγγλικά

01

διαθεσιμότητα

the state of being able to be used, obtained, or accessed 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The availability of fresh produce in the market depends on the season. 

Η διαθεσιμότητα των φρέσκων προϊόντων στην αγορά εξαρτάται από την εποχή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

unavailability
availability
available
avail
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store