Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Avadavat
01
αβαδαβάτ, μικρό πουλί με ζωηρά κόκκινα φτερά
a small bird with vibrant red plumage, native to the Indian subcontinent and Southeast Asia
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
avadavats
LanGeek



























