Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
01
μπαμπάς
an informal term for a father; probably derived from baby talk
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
pas
αρσενικό ενικό
pa
θηλυκό ενικό
ma
neutral form
parent
02
σύστημα ενισχυτή ήχου, δημόσιο μεγάφωνο
an electronic amplification system used as a communication system in public areas
03
Πενσυλβάνια, μια πολιτεία του Mid-Atlantic; μία από τις 13 αρχικές αποικίες
a Mid-Atlantic state; one of the original 13 colonies
LanGeek



























