Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Oxygen mask
01
μάσκα οξυγόνου, μασκα αναπνοής οξυγόνου
a breathing device worn over the nose and mouth that is hooked up to an oxygen tank
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
oxygen masks



























