Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to oxidize
01
οξειδώνω, οξειδώνομαι
to combine with oxygen, often changing the appearance or properties of a material
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
oxidize
γ΄ ενικό πρόσωπο
oxidizes
ενεστώτα μετοχή
oxidizing
απλός αόριστος
oxidized
παθητική μετοχή
oxidized
Παραδείγματα
Iron can oxidize when exposed to air and moisture, forming rust.
Ο σίδηρος μπορεί να οξειδωθεί όταν εκτεθεί στον αέρα και την υγρασία, σχηματίζοντας σκουριά.
02
οξειδώνω
to cause a chemical reaction in which a substance loses electrons
Transitive: to oxidize a substance
Παραδείγματα
In the reaction between hydrogen sulfide and chlorine gas, hydrogen sulfide is oxidized to form sulfur and hydrochloric acid.
Στην αντίδραση μεταξύ υδρογόνου θειούχου και αερίου χλωρίου, το υδρογόνο θειούχο οξειδώνεται για να σχηματίσει θείο και υδροχλωρικό οξύ.
Λεξικό Δέντρο
deoxidize
oxidizable
oxidized
oxidize
oxide



























