to overthrow
o
ˌəʊ
ew
ver
throw
ˈθrəʊ
threw
overgrow

Ορισμός και σημασία του "overthrow"στα αγγλικά

to overthrow
01

ανατρέπω, εκθρονίζω

to forcefully remove a person of authority or power from their position 
Transitive: to overthrow a person of authority
to overthrow definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
overthrow
γ΄ ενικό πρόσωπο
overthrows
ενεστώτα μετοχή
overthrowing
απλός αόριστος
overthrew
παθητική μετοχή
overthrown
Παραδείγματα
The citizens united to overthrow the corrupt leader and establish a new government. 

Οι πολίτες ενώθηκαν για να ανατρέψουν τον διεφθαρμένο ηγέτη και να δημιουργήσουν μια νέα κυβέρνηση.

01

ανατροπή, καθαίρεση

the termination of a ruler or institution (especially by force) 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
overthrows
02

αναστάτωση, ανατροπή

the act of disturbing the mind or body 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store