Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to overthrow
01
ανατρέπω, εκθρονίζω
to forcefully remove a person of authority or power from their position
Transitive: to overthrow a person of authority
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
overthrow
γ΄ ενικό πρόσωπο
overthrows
ενεστώτα μετοχή
overthrowing
απλός αόριστος
overthrew
παθητική μετοχή
overthrown
Παραδείγματα
The leader was overthrown in a sudden and violent uprising.
Ο ηγέτης ανατράπηκε σε μια ξαφνική και βίαιη εξέγερση.
Overthrow
01
ανατροπή, καθαίρεση
the termination of a ruler or institution (especially by force)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
overthrows
02
αναστάτωση, ανατροπή
the act of disturbing the mind or body
Λεξικό Δέντρο
overthrow
throw



























