Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Overshoe
01
επίδημα, γαλότσα
footwear that protects your shoes from water or snow or cold
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
overshoes
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
overshoe
shoe



























