overshoe
o
ˈəʊ
εου
ver
βα
shoe
ʃu:
σου

Ορισμός και σημασία του "overshoe"στα αγγλικά

01

επίδημα, γαλότσα

footwear that protects your shoes from water or snow or cold 
overshoe definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
overshoes

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

overshoe
shoe
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store