Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Autonomy
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The region fought for years to achieve autonomy from the central government.
Η περιοχή πολέμησε για χρόνια για να επιτύχει αυτονομία από την κεντρική κυβέρνηση.
02
αυτονομία, ανεξαρτησία
the capacity to act independently and make decisions without undue influence
Παραδείγματα
She sought autonomy in organizing her daily routine.
Αναζήτησε αυτονομία στην οργάνωση της καθημερινής της ρουτίνας.



























