Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
over-embellished
/ˌoʊvɚɹɛmbˈɛlɪʃt/
/ˌəʊvəɹɛmbˈɛlɪʃt/
over-embellished
01
υπερδιακοσμημένος, υπερβολικά επηυξημένος
using excessive or overly elaborate language and stylistic flourishes that can detract from clarity and effectiveness
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most over-embellished
συγκριτικός βαθμός
more over-embellished
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her report was over-embellished with elaborate details and ornate phrasing, which made it less concise and accessible.
Η αναφορά της ήταν υπερβολικά διακοσμημένη με περίπλοκες λεπτομέρειες και διακοσμητικές φράσεις, κάτι που την έκανε λιγότερο συνοπτική και προσιτή.



























