ovate
o
ˈəʊ
εου
vate
veɪt
βειτ
orate

Ορισμός και σημασία του "ovate"στα αγγλικά

01

ωοειδής, οβάλ

rounded like an egg 
ovate definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most ovate
συγκριτικός βαθμός
more ovate
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
shape, biology, geometry
02

ωοειδής, αυγόσχημος

of a leaf shape; egg-shaped with the broader end at the base 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store