Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ovate
01
ωοειδής, οβάλ
rounded like an egg
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most ovate
συγκριτικός βαθμός
more ovate
διαβαθμίσιμο
02
ωοειδής, αυγόσχημος
of a leaf shape; egg-shaped with the broader end at the base



























