Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Automaton
01
αυτόματο, ρομπότ
a machine, usually in the shape of a human, that moves on its own
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
automata
02
αυτόματο, ρομπότ
someone who acts or responds in a mechanical or apathetic way
Λεξικό Δέντρο
automatonlike
automaton



























