Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
automated teller machine
/ˌɔːtəmˈatɪk tˈɛlə məʃˈiːn/
ATM
automatic teller machine
Automated teller machine
01
αυτόματη ταμειακή μηχανή, ATM
a machine that allows customers to perform financial transactions such as withdrawals, deposits, transfers, etc.
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
automated teller machines
Παραδείγματα
She used the ATM to withdraw cash while traveling abroad.
Χρησιμοποίησε το αυτόματο ταμείο για να κάνει ανάληψη μετρητών ενώ ταξίδευε στο εξωτερικό.



























