outlook
Pronunciation
/ˈaʊtˌɫʊk/

Ορισμός και σημασία του "outlook"στα αγγλικά

01

προοπτική, άποψη

a person's point of view or attitude toward life or a particular subject
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
outlooks
Παραδείγματα
After the seminar, my outlook on personal finance was completely transformed.
Μετά το σεμινάριο, η άποψή μου για τις προσωπικές οικονομικές υποθέσεις μεταμορφώθηκε εντελώς.
02

προοπτική, όραμα

one's thoughts or expectations regarding what will happen in the future
Παραδείγματα
The weather forecast gave a gloomy outlook for the weekend, with heavy rain expected.
Ο καιρός έδωσε μια ζοφερή προοπτική για το σαββατοκύριακο, με ισχυρές βροχές που αναμένονται.
03

θέα, παρατηρητήριο

the act or place of looking out, physically observing one's surroundings
Παραδείγματα
The observation deck served as a popular outlook for tourists.
Ο παρατηρητήριο χρησίμευε ως δημοφιλές σημείο παρατήρησης για τους τουρίστες.

Λεξικό Δέντρο

outlook

out

+

look

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store