Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to outlast
01
επιβιώνω, διαρκώ περισσότερο
to stay alive for a longer period of time than others in a particular situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
outlast
γ΄ ενικό πρόσωπο
outlasts
ενεστώτα μετοχή
outlasting
απλός αόριστος
outlasted
παθητική μετοχή
outlasted
Παραδείγματα
She had a strong immune system that allowed her to outlast the flu while others around her fell ill.
Είχε ένα ισχυρό ανοσοποιητικό σύστημα που της επέτρεπε να αντέχει στη γρίπη ενώ άλλοι γύρω της αρρώσταιναν.
Λεξικό Δέντρο
outlast
out
last



























