to outlast
Pronunciation
/ˈaʊtˌɫæst/, /aʊtˈɫæst/

Ορισμός και σημασία του "outlast"στα αγγλικά

to outlast
01

επιβιώνω, διαρκώ περισσότερο

to stay alive for a longer period of time than others in a particular situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
outlast
γ΄ ενικό πρόσωπο
outlasts
ενεστώτα μετοχή
outlasting
απλός αόριστος
outlasted
παθητική μετοχή
outlasted
Παραδείγματα
Despite the harsh conditions, the old oak tree outlasted all the other trees in the forest.
Παρά τις σκληρές συνθήκες, η παλιά δρυς επέζησε όλων των άλλων δέντρων στο δάσος.

Λεξικό Δέντρο

outlast

out

+

last

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store