to outlast
out
aʊt
awt
last
ˈlɑ:st
laast
outcast

Ορισμός και σημασία του "outlast"στα αγγλικά

to outlast
01

επιβιώνω, διαρκώ περισσότερο

to stay alive for a longer period of time than others in a particular situation 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
outlast
γ΄ ενικό πρόσωπο
outlasts
ενεστώτα μετοχή
outlasting
απλός αόριστος
outlasted
παθητική μετοχή
outlasted
Παραδείγματα
She had a strong immune system that allowed her to outlast the flu while others around her fell ill. 

Είχε ένα ισχυρό ανοσοποιητικό σύστημα που της επέτρεπε να αντέχει στη γρίπη ενώ άλλοι γύρω της αρρώσταιναν.

Λεξικό Δέντρο

outlast

out

+

last

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store