Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to outlast
01
επιβιώνω, διαρκώ περισσότερο
to stay alive for a longer period of time than others in a particular situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
outlast
γ΄ ενικό πρόσωπο
outlasts
ενεστώτα μετοχή
outlasting
απλός αόριστος
outlasted
παθητική μετοχή
outlasted
Παραδείγματα
Despite the harsh conditions, the old oak tree outlasted all the other trees in the forest.
Παρά τις σκληρές συνθήκες, η παλιά δρυς επέζησε όλων των άλλων δέντρων στο δάσος.
Λεξικό Δέντρο
outlast
out
last



























