outer ear
ou
ˈaʊ
aw
ter
ear
ɪə
ie
outerwear

Ορισμός και σημασία του "outer ear"στα αγγλικά

01

εξωτερικό αυτί, αυτί

the visible part of the ear, including the pinna and the ear canal 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
outer ears
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store