Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
outdated
01
ξεπερασμένος, παρωχημένος
no longer matching the current trends or standards because of being too old
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most outdated
συγκριτικός βαθμός
more outdated
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His outdated smartphone, lacking modern features and capabilities, struggled to keep up with the latest apps and software updates.
Το ξεπερασμένο smartphone του, χωρίς σύγχρονες λειτουργίες και δυνατότητες, δυσκολευόταν να συμβαδίσει με τις τελευταίες εφαρμογές και ενημερώσεις λογισμικού.
02
ξεπερασμένος, απαρχαιωμένος
no longer current and therefore possibly inaccurate or irrelevant due to age
Παραδείγματα
The report relied on outdated data, leading to incorrect conclusions about current trends.
Η έκθεση βασίστηκε σε παρωχημένα δεδομένα, οδηγώντας σε λανθασμένα συμπεράσματα για τις τρέχουσες τάσεις.
Λεξικό Δέντρο
outdated
out
dated



























