Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
outdated
01
ξεπερασμένος, παρωχημένος
no longer matching the current trends or standards because of being too old
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most outdated
συγκριτικός βαθμός
more outdated
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The company replaced its outdated machinery with newer, faster models.
Η εταιρεία αντικατέστησε τον ξεπερασμένο εξοπλισμό της με νεότερα, ταχύτερα μοντέλα.
02
ξεπερασμένος, απαρχαιωμένος
no longer current and therefore possibly inaccurate or irrelevant due to age
Παραδείγματα
The outdated textbooks, containing information that had since been disproven or revised, were replaced in the classroom.
Τα παρωχημένα σχολικά βιβλία, που περιείχαν πληροφορίες που είχαν από τότε διαψευστεί ή αναθεωρηθεί, αντικαταστάθηκαν στην τάξη.
Λεξικό Δέντρο
outdated
out
dated



























