Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Outcrop
01
έξοδος βράχων, γεωλογική έξοδος
a visible exposure of rock or geological strata at the Earth's surface, often occurring on hillsides, cliffs, or other elevated areas, providing insight into the underlying geological structure
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
outcrops
Παραδείγματα
Fossils embedded in the outcrop offered a glimpse into the prehistoric life that once inhabited the region.
Απολιθώματα ενσωματωμένα στον προσχώση προσέφεραν μια ματιά στην προϊστορική ζωή που κάποτε κατοικούσε στην περιοχή.
to outcrop
01
εμφανίζομαι στην επιφάνεια, βγαίνω στην επιφάνεια
appear on the surface, come to the surface on the ground
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
outcrop
γ΄ ενικό πρόσωπο
outcrops
ενεστώτα μετοχή
outcropping
απλός αόριστος
outcropped
παθητική μετοχή
outcropped
Λεξικό Δέντρο
outcrop
out
crop



























