Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Outcome
01
αποτέλεσμα, έκβαση
the result or consequence of a situation, event, or action
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
outcomes
Παραδείγματα
The outcome of the election was surprising to many analysts.
Το αποτέλεσμα των εκλογών εξέπληξε πολλούς αναλυτές.
02
αποτέλεσμα, έκβαση
the result or consequence that follows from a previous action, event, or situation
Παραδείγματα
The outcome of the experiment was a significant breakthrough in medical research.
Το αποτέλεσμα του πειράματος ήταν μια σημαντική πρόοδος στην ιατρική έρευνα.



























