Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Outcome
01
αποτέλεσμα, έκβαση
the result or consequence of a situation, event, or action
Παραδείγματα
Market trends can often predict the outcome of business investments.
Οι τάσεις της αγοράς μπορούν συχνά να προβλέψουν το αποτέλεσμα των επενδύσεων των επιχειρήσεων.
02
αποτέλεσμα, έκβαση
the result or consequence that follows from a previous action, event, or situation
Παραδείγματα
The outcome of the election will determine the future direction of the country's policies.
Το αποτέλεσμα των εκλογών θα καθορίσει τη μελλοντική κατεύθυνση των πολιτικών της χώρας.



























