outbreak
out
ˈaʊt
awt
break
ˌbreɪk
breik

Ορισμός και σημασία του "outbreak"στα αγγλικά

01

έκρηξη, επιδημία

the unexpected start of something terrible, such as a disease 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
outbreaks
Παραδείγματα
The sudden outbreak of the flu caused widespread panic in the city. 

Η ξαφνική έξαρση της γρίπης προκάλεσε ευρέως πανικό στην πόλη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

outbreak

out

+

break

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store