to outbid
out
aʊt
awt
bid
ˈbɪd
bid

Ορισμός και σημασία του "outbid"στα αγγλικά

to outbid
01

υπερβάλλω στην προσφορά, προσφέρω υψηλότερη τιμή από

to offer a higher price than someone else especially in an auction 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
outbid
γ΄ ενικό πρόσωπο
outbids
ενεστώτα μετοχή
outbidding
απλός αόριστος
outbid
παθητική μετοχή
outbid
Παραδείγματα
At the auction, Sarah was determined to outbid everyone else for the vintage painting, eventually winning it with the highest offer. 

Στην δημοπρασία, η Σάρα ήταν αποφασισμένη να υπερβεί τις προσφορές όλων των άλλων για τη βινταζική ζωγραφική, κερδίζοντας τελικά με την υψηλότερη προσφορά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store