out-of-doors
out
aʊtəvdɔ:z
awtēvdawz
of
doors

Ορισμός και σημασία του "out-of-doors"στα αγγλικά

01

ανοιχτός αέρας, έξω

the area or environment outside, especially the natural, open air 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
After a long week, they were eager to spend time in the out-of-doors. 

Μετά από μια μακρά εβδομάδα, ήταν ανυπόμονοι να περάσουν χρόνο στον ύπαιθρο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store