to oust
oust
aʊst
awst
faust

Ορισμός και σημασία του "oust"στα αγγλικά

to oust
01

απομακρύνω, εκθρονίζω

to remove someone from a position or place, often forcefully 
Transitive: to oust sb
to oust definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
oust
γ΄ ενικό πρόσωπο
ousts
ενεστώτα μετοχή
ousting
απλός αόριστος
ousted
παθητική μετοχή
ousted
Παραδείγματα
The shareholders voted to oust the CEO due to financial mismanagement. 

Οι μέτοχοι ψήφισαν να απολύσουν τον CEO λόγω κακής διαχείρισης των οικονομικών.

Λεξικό Δέντρο

ouster
ousting
oust
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store