Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to oust
01
απομακρύνω, εκθρονίζω
to remove someone from a position or place, often forcefully
Transitive: to oust sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
oust
γ΄ ενικό πρόσωπο
ousts
ενεστώτα μετοχή
ousting
απλός αόριστος
ousted
παθητική μετοχή
ousted
Παραδείγματα
After a vote of no confidence, the team decided to oust the coach for poor performance.
Μετά από ψήφο δυσπιστίας, η ομάδα αποφάσισε να απολύσει τον προπονητή για κακή απόδοση.
Λεξικό Δέντρο
ouster
ousting
oust



























