otoplasty
o
ˈɑ:
α
top
təp
ταπ
las
las
λασ
ty
ti
τι
/ˈɒtəplɐsti/

Ορισμός και σημασία του "otoplasty"στα αγγλικά

01

ωτοπλαστική

a surgery that is focused on reshaping or correcting the appearance of the ears
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
otoplasties
Παραδείγματα
After otoplasty, Mike felt more confident about his appearance.
Μετά την ωτοπλαστική, ο Μάικ αισθάνθηκε πιο σίγουρος για την εμφάνισή του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store