otherworldly
o
ˈʌ
α
ther
ðər
δαρ
worl
wɜrl
ουερρλ
dly
dli
ντλι
/ˈʌðəwˌɜːldli/

Ορισμός και σημασία του "otherworldly"στα αγγλικά

otherworldly
01

υπερφυσικός, αιθέριος

having a quality that seems strange, mysterious, or beyond the natural world
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most otherworldly
συγκριτικός βαθμός
more otherworldly
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His otherworldly calm in the face of danger was both unsettling and impressive.
Η υπερκόσμια ηρεμία του μπροστά στον κίνδυνο ήταν ταυτόχρονα ανησυχητική και εντυπωσιακή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store