Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
otherworldly
01
υπερφυσικός, αιθέριος
having a quality that seems strange, mysterious, or beyond the natural world
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most otherworldly
συγκριτικός βαθμός
more otherworldly
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His otherworldly calm in the face of danger was both unsettling and impressive.
Η υπερκόσμια ηρεμία του μπροστά στον κίνδυνο ήταν ταυτόχρονα ανησυχητική και εντυπωσιακή.
Λεξικό Δέντρο
otherworldliness
otherworldly
otherworld
other
world



























