othering
o
ˈʌ
a
the
ðə
dhē
ring
rɪng
ring

Ορισμός και σημασία του "othering"στα αγγλικά

01

ετεροποίηση, αποκλεισμός

the act of defining and labeling individuals or groups as different from oneself or the dominant social group 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Othering often leads to the marginalization and dehumanization of individuals or groups who are perceived as different or inferior. 

Ετεροποίηση συχνά οδηγεί στην περιθωριοποίηση και την απανθρωποποίηση ατόμων ή ομάδων που θεωρούνται διαφορετικά ή κατώτερα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store