Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Otology
01
ωτολογία, μελέτη του αυτιού και των ασθενειών του
the branch of medical science concerned with the study of the ear and its diseases
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
otologist
otology



























