os
Pronunciation
/ˈɑs/
ora

Ορισμός και σημασία του "os"στα αγγλικά

01

οστό, σκελετός

rigid connective tissue that makes up the skeleton of vertebrates
os definition and meaning
02

στόμα, άνοιγμα

a mouth or mouthlike opening
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ora
03

το αριστερό μάτι, το μάτι στα αριστερά

the left eye
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store