Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Autocrat
01
αυτοκράτορας, δικτάτορας
a ruthless oppressor who has the absolute power of telling people what to do and not to do
Παραδείγματα
Her leadership style was more like that of an autocrat than a democratic leader.
Το στυλ ηγεσίας της ήταν περισσότερο σαν αυτό ενός αυτοκράτορα παρά ενός δημοκρατικού ηγέτη.
Λεξικό Δέντρο
autocratic
autocrat



























