orphan
or
ˈɔr
ορ
phan
fən
φαν
/ˈɔːfən/

Ορισμός και σημασία του "orphan"στα αγγλικά

01

ορφανό, παιδί χωρίς γονείς

a child whose parents have died
orphan definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
orphans
Παραδείγματα
The orphan's resilience and strength inspired those around them, despite facing unimaginable loss at a young age.
Η ανθεκτικότητα και η δύναμη του ορφανού ενέπνευσαν τους γύρω τους, παρά το γεγονός ότι αντιμετώπισαν αδιανόητη απώλεια σε νεαρή ηλικία.
02

ορφανό, νεαρό ορφανό ζώο

a young animal that has lost its mother
Παραδείγματα
The sanctuary specializes in rehabilitating orphan bears.
Το καταφύγιο ειδικεύεται στην αποκατάσταση ορφανών αρκούδων.
03

ορφανό, ορφανή γραμμή

the first line of a paragraph left alone at the bottom of a page or column
Παραδείγματα
The book 's final paragraph began with an orphan line.
Η τελευταία παράγραφος του βιβλίου ξεκίνησε με μια ορφανή γραμμή.
04

ορφανός, εγκαταλελειμμένος

a person or thing that is without care, guidance, or support
Παραδείγματα
The neglected garden was an orphan after the caretaker left.
Ο παραμελημένος κήπος ήταν ένα ορφανό αφού έφυγε ο φύλακας.
to orphan
01

ορφανεύω, στερώ από γονείς

to cause a child or young animal to lose one or both parents
to orphan definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
orphan
γ΄ ενικό πρόσωπο
orphans
ενεστώτα μετοχή
orphaning
απλός αόριστος
orphaned
παθητική μετοχή
orphaned
Παραδείγματα
Famine orphaned countless children in the region.
Η λιμός άφησε αμέτρητα παιδιά στην περιοχή ορφανά.

Λεξικό Δέντρο

orphanage
orphanhood
orphan
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store