ornamentation
Pronunciation
/ˌɔɹnəmɛnˈteɪʃən/

Ορισμός και σημασία του "ornamentation"στα αγγλικά

01

διακόσμηση, στολίδι

the act of adding extraneous decorations to something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

διακόσμηση, στολισμός

decorative features or designs that make something look nicer
Παραδείγματα
The living room curtains were chosen for their elegant ornamentation of embroidered patterns.
Οι κουρτίνες του καθιστικού επιλέχθηκαν για την κομψή διακόσμηση τους με κεντημένα σχέδια.
03

διακόσμηση, στολισμός

the state of being ornamented
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store