Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ornamentation
01
διακόσμηση, στολίδι
the act of adding extraneous decorations to something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02
διακόσμηση, στολισμός
decorative features or designs that make something look nicer
Παραδείγματα
The living room curtains were chosen for their elegant ornamentation of embroidered patterns.
Οι κουρτίνες του καθιστικού επιλέχθηκαν για την κομψή διακόσμηση τους με κεντημένα σχέδια.
03
διακόσμηση, στολισμός
the state of being ornamented



























