Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to orientate
01
προσανατολίζομαι, καθορίζω τη θέση μου
to adjust one's position or direction relative to a reference point
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
orientate
γ΄ ενικό πρόσωπο
orientates
ενεστώτα μετοχή
orientating
απλός αόριστος
orientated
παθητική μετοχή
orientated
Παραδείγματα
He took a moment to orientate himself in the unfamiliar city.
Πήρε μια στιγμή για να προσανατολιστεί στην άγνωστη πόλη.
Λεξικό Δέντρο
disorientate
orientating
orientation
orientate
orient



























