organist
or
ˈɔr
ορ
ga
γκα
nist
nəst
ναστ
/ˈɔːɡɐnˌɪst/

Ορισμός και σημασία του "organist"στα αγγλικά

01

οργανοπαίκτης, μουσικός που παίζει όργανο

a musician who plays the organ
organist definition and meaning
Παραδείγματα
The organist's music filled the hall with a rich, resonant sound.
Η μουσική του οργανοπαίκτη γέμισε την αίθουσα με έναν πλούσιο, ηχηρό ήχο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store