ordinate
or
ˈɔ:
aw
di
di
nate
nɪt
nit
originate

Ορισμός και σημασία του "ordinate"στα αγγλικά

01

τεταγμένη, κατακόρυφη συντεταγμένη

(of quantity or measurement) the vertical coordinate or value on a graph 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ordinates
Παραδείγματα
The ordinate showed a significant increase in sales during the holiday season. 

Η τεταγμένη έδειξε σημαντική αύξηση στις πωλήσεις κατά τη διάρκεια της εορταστικής περιόδου.

to ordinate
01

ταξινομώ, συντονίζω

bring (components or parts) into proper or desirable coordination correlation 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
ordinate
γ΄ ενικό πρόσωπο
ordinates
ενεστώτα μετοχή
ordinating
απλός αόριστος
ordinated
παθητική μετοχή
ordinated
02

χειροτονώ, διορίζω

appoint to a clerical posts 

Λεξικό Δέντρο

coordinate
subordinate
ordinate
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store