Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ordinate
01
τεταγμένη, κατακόρυφη συντεταγμένη
(of quantity or measurement) the vertical coordinate or value on a graph
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ordinates
Παραδείγματα
For each point on the graph, the ordinate indicates its height relative to the baseline.
Για κάθε σημείο στο γράφημα, η τεταγμένη δείχνει το ύψος του σε σχέση με τη γραμμή βάσης.
to ordinate
01
ταξινομώ, συντονίζω
bring (components or parts) into proper or desirable coordination correlation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
ordinate
γ΄ ενικό πρόσωπο
ordinates
ενεστώτα μετοχή
ordinating
απλός αόριστος
ordinated
παθητική μετοχή
ordinated
02
χειροτονώ, διορίζω
appoint to a clerical posts
Λεξικό Δέντρο
coordinate
subordinate
ordinate



























