Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
authorized
01
εξουσιοδοτημένος, επικυρωμένος
endowed with authority
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most authorized
συγκριτικός βαθμός
more authorized
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The concert tickets were sold through authorized vendors to ensure authenticity.
Τα εισιτήρια για τη συναυλία πωλήθηκαν μέσω εξουσιοδοτημένων πωλητών για να διασφαλιστεί η αυθεντικότητα.
Λεξικό Δέντρο
unauthorized
authorized
authorize
authority



























