authorized
Pronunciation
/ˈɔθɝˌaɪzd/
authorised

Ορισμός και σημασία του "authorized"στα αγγλικά

authorized
01

εξουσιοδοτημένος, επικυρωμένος

endowed with authority
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most authorized
συγκριτικός βαθμός
more authorized
διαβαθμίσιμο
02

εξουσιοδοτημένος, εγκεκριμένος

officially permitted or approved by a recognized authority
Παραδείγματα
The concert tickets were sold through authorized vendors to ensure authenticity.
Τα εισιτήρια για τη συναυλία πωλήθηκαν μέσω εξουσιοδοτημένων πωλητών για να διασφαλιστεί η αυθεντικότητα.

Λεξικό Δέντρο

unauthorized
authorized
authorize
authority
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store