authorized
au
ˈɔ:
aw
tho
θə
thē
rized
raɪzd
raizd
authorised

Ορισμός και σημασία του "authorized"στα αγγλικά

authorized
01

εξουσιοδοτημένος, επικυρωμένος

endowed with authority 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most authorized
συγκριτικός βαθμός
more authorized
διαβαθμίσιμο
02

εξουσιοδοτημένος, εγκεκριμένος

officially permitted or approved by a recognized authority 
Παραδείγματα
Only authorized personnel are allowed to access the secure facility. 

Μόνο εξουσιοδοτημένο προσωπικό επιτρέπεται να έχει πρόσβαση στην ασφαλή εγκατάσταση.

Λεξικό Δέντρο

unauthorized
authorized
authorize
authority
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store