Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Authority
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The manager had the authority to approve all major project expenditures.
Ο διευθυντής είχε την εξουσία να εγκρίνει όλα τα σημαντικά έξοδα του έργου.
02
αρχή, εξουσία
a person or group that exercises administrative or controlling power over others
Παραδείγματα
Local authorities regulate public services.
Οι τοπικές αρχές ρυθμίζουν τις δημόσιες υπηρεσίες.
03
αρχή, ειδικός
an expert whose opinion or knowledge is regarded as highly credible
Παραδείγματα
She is an authority on medieval literature.
Είναι αρχή στη μεσαιωνική λογοτεχνία.
04
αυτοπεποίθηση, αυθεντία
confidence and self-assurance
Παραδείγματα
She spoke with authority during the presentation.
Μίλησε με αυθεντία κατά τη διάρκεια της παρουσίασης.
05
άδεια, εξουσιοδότηση
official permission, sanction, or approval
Παραδείγματα
You need authority to access the restricted area.
Χρειάζεστε αρχή για να αποκτήσετε πρόσβαση στην περιορισμένη περιοχή.
06
αρχή, διοίκηση
an organization, agency, or administrative unit of government responsible for specific functions
Παραδείγματα
The transport authority manages the city's bus and rail networks.
Η αρχή μεταφορών διαχειρίζεται τα δίκτυα λεωφορείων και σιδηροδρόμων της πόλης.
07
αρχή, αναφορά
an authoritative text, document, or reference that serves as a standard or model
Παραδείγματα
Black's Law Dictionary is a key authority in legal studies.
Το Black's Law Dictionary είναι μια κύρια αρχή στις νομικές σπουδές.
Λεξικό Δέντρο
authoritarian
authorize
authority



























