Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Orator
01
ρήτορας, ομιλητής
a person who is skilled at public speaking, especially one who delivers speeches in a formal or persuasive manner
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
orators
Παραδείγματα
The orator's words resonated with everyone in the crowd.
Τα λόγια του ρήτορα βρήκαν απήχηση σε όλους στο πλήθος.



























