Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Opulence
01
πολυτέλεια, πλούτος
wealth or affluence, especially when displayed in a showy manner
Παραδείγματα
The opulence of the royal palace was evident in its gold-trimmed walls and lavish furnishings.
Η πολυτέλεια του βασιλικού παλατιού ήταν εμφανής στους χρυσοποίκιλτους τοίχους και τα πολυτελή έπιπλα.
Λεξικό Δέντρο
opulence
opul



























