Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
optimistically
01
αισιοδοξικά, με αισιοδοξία
in a way that shows hopefulness or confidence about the future or a positive outcome
Παραδείγματα
Investors reacted optimistically to the company's latest report.
Οι επενδυτές αντέδρασαν με αισιοδοξία στην τελευταία έκθεση της εταιρείας.



























