Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
optimistically
01
αισιοδοξικά, με αισιοδοξία
in a way that shows hopefulness or confidence about the future or a positive outcome
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She optimistically believed the project would succeed despite the setbacks.
Πίστευε αισιοδοξικά ότι το έργο θα είχε επιτυχία παρά τις αναποδιές.



























