Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Optimism
01
αισιοδοξία
a temporary or situation-based sense of confidence that a specific outcome will be positive
Παραδείγματα
The doctor ’s reassurance gave her optimism about her recovery.
Η διαβεβαίωση του γιατρού της έδωσε αισιοδοξία για την ανάρρωσή της.
Παραδείγματα
His lifelong optimism helps him embrace change with confidence.
Ο ισόβιος αισιοδοξία του τον βοηθά να αγκαλιάζει την αλλαγή με αυτοπεποίθηση.
03
αισιοδοξία, πίστη στη θεμελιώδη καλοσύνη του σύμπαντος
a philosophical belief that goodness prevails over evil or that the universe is fundamentally positive
Παραδείγματα
Many utopian theories are based on optimism that humanity will create a perfect society.
Πολλές ουτοπικές θεωρίες βασίζονται στον αισιοδοξία ότι η ανθρωπότητα θα δημιουργήσει μια τέλεια κοινωνία.
Λεξικό Δέντρο
optimism
optim



























