optic
op
ˈɒp
οπ
tic
tɪk
τικ
uptick

Ορισμός και σημασία του "optic"στα αγγλικά

01

μάτι, όργανο όρασης

the organ of sight 
optic definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
optics
01

οπτικός

relating to or using sight 
optic definition and meaning
02

οπτικός, οφθαλμικός

relating to the eyes or vision 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
vision, anatomy, medicine
Παραδείγματα
She went to the specialist for an optic examination. 

Πήγε στον ειδικό για μια οπτική εξέταση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

optical
optic
opt
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store