Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to opt out
01
αποχωρώ, δεν συμμετέχω
to choose not to participate in something or to not accept an offer
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
opt
ενεστώτας
opt out
γ΄ ενικό πρόσωπο
opts out
ενεστώτα μετοχή
opting out
απλός αόριστος
opted out
παθητική μετοχή
opted out
Παραδείγματα
Users should check the privacy settings to opt out of data collection by the mobile application.
Οι χρήστες θα πρέπει να ελέγχουν τις ρυθμίσεις απορρήτου για να αποχωρήσουν από τη συλλογή δεδομένων από την εφαρμογή για κινητά.
02
αποσύρομαι, βγαίνω από το σύστημα
(of a hospital or school) to choose to operate independently, without being under the direct control or governance of the local authority
Dialect
British
Παραδείγματα
The hospital board voted to opt out of local authority control to streamline administrative processes.
Το συμβούλιο του νοσοκομείου ψήφισε να αποχωρήσει από τον έλεγχο της τοπικής αρχής για να απλοποιήσει τις διοικητικές διαδικασίες.



























