Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Opossum
01
οπόσουμ, μαρσιποφόρο
a small nocturnal marsupial with a long tail that lives in trees and is found in the western hemisphere
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
opossums
02
οπόσουμ, αυστραλιανό μαρσιποφόρο
small furry Australian arboreal marsupials having long usually prehensile tails



























