Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Opera cloak
01
μάντο της όπερας, κάπα της όπερας
a formal cloak, typically floor-length, worn by men and women as an outer garment in formal events and the opera
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
opera cloaks
LanGeek



























