Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Open sesame
01
άνοιξε σουσάμι, μαγικό κλειδί
something that makes achieving a certain thing very easy
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02
Σουσάμι άνοιξε, Άνοιξε σουσάμι
a magical command; used by Ali Baba
open sesame
01
Σουσάμι, άνοιξε
used as a magical command to open doors or gain entrance to hidden places
Παραδείγματα
He waved his hand over the lock and said 'open sesame,' and the door swung open.
Κούνησε το χέρι του πάνω από την κλειδαριά και είπε 'άνοιξε σουσάμι,' και η πόρτα άνοιξε.



























