Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
open-eyed
01
άγρυπνος, προσεκτικός
carefully observant or attentive; on the lookout for possible danger
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most open-eyed
συγκριτικός βαθμός
more open-eyed
διαβαθμίσιμο



























