Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ooh
01
Ωχ, Ουάου
used to express surprise, wonder, or fascination
Παραδείγματα
Ooh! Look at that shooting star!
Ωχ! Κοίτα εκείνο τον διάττοντα αστέρα!
to ooh
01
εκφράζω θαυμασμό και ευχαρίστηση λέγοντας 'ooh' ή 'aah'
express admiration and pleasure by uttering ooh' or aah'
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
ooh
γ΄ ενικό πρόσωπο
oohs
ενεστώτα μετοχή
oohing
απλός αόριστος
oohed
παθητική μετοχή
oohed



























