onus
o
ˈəʊ
ew
nus
nəs
nēs
lownessslownesspronenessaloneness

Ορισμός και σημασία του "onus"στα αγγλικά

01

βάρος, ευθύνη

a task, duty, or responsibility that someone is required to fulfill, often implying a burden or difficulty associated with it 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
onuses
Παραδείγματα
The onus of ensuring workplace safety falls on the employer, who must comply with safety regulations and provide a secure environment for employees. 

Η ευθύνη της διασφάλισης της ασφάλειας στον χώρο εργασίας βαρύνει τον εργοδότη, ο οποίος πρέπει να συμμορφώνεται με τους κανονισμούς ασφαλείας και να παρέχει ένα ασφαλές περιβάλλον για τους εργαζομένους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store