ongoing
on
ˈɒn
on
going
ˌgəʊɪng
gewing
on-going

Ορισμός και σημασία του "ongoing"στα αγγλικά

01

σε εξέλιξη, συνεχής

currently occurring or continuing 
ongoing definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most ongoing
συγκριτικός βαθμός
more ongoing
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The ongoing investigation into the crime has involved multiple law enforcement agencies. 

Η σε εξέλιξη έρευνα για το έγκλημα έχει εμπλέξει πολλές υπηρεσίες επιβολής του νόμου.

02

σε εξέλιξη, συνεχής

continuously progressing or developing over time 
Παραδείγματα
The ongoing evolution of technology has revolutionized the way we live and work. 

Η συνεχής εξέλιξη της τεχνολογίας έχει επαναπροσδιορίσει τον τρόπο που ζούμε και εργαζόμαστε.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store