one-party
one
wʌnpɑ:ti
vanpaati
party

Ορισμός και σημασία του "one-party"στα αγγλικά

01

μονοκομματικός, με ένα κόμμα

controlled or dominated by a single political party 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
politics, government, systems
Παραδείγματα
The country has a one-party system. 

Η χώρα έχει ένα σύστημα μονοκομματικό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store